Μας αποκαλούν αποτυχημένους…

Του Σλαβόι Ζίζεκ

Ομιλία στη γενική συνέλευση των Αμερικανών «αγανακτισμένων»
Μας αποκαλούν αποτυχημένους αλλά οι πραγματικοί αποτυχημένοι βρίσκονται εκεί κάτω στη Γουόλ Στριτ. Διασώθηκαν χάρη στα δικά μας χρήματα. Μας αποκαλούν σοσιαλιστές αλλά σε αυτή τη χώρα υπάρχει πάντα σοσιαλισμός για τους πλούσιους. Μας λένε ότι δεν σεβόμαστε την ιδιωτική ιδιοκτησία. Όμως η κρίση του 2008 έχει καταστρέψει ιδιωτική ιδιοκτησία που ακόμη και αν θέλαμε να καταστρέψουμε θα έπρεπε να εργαζόμαστε νυχθημερόν για εβδομάδες. Μας αποκαλούν ονειροπαρμένους. Όμως οι πραγματικοί ονειροπαρμένοι είναι εκείνοι που νομίζουν ότι τα πράγματα θα παραμείνουν έτσι για πάντα. Δεν είμαστε ονειροπαρμένοι. Είμαστε το ξύπνημα από ένα όνειρο που μετατρέπεται σε εφιάλτη.
Δεν καταστρέφουμε τίποτε. Γινόμαστε μόνο μάρτυρες του τρόπου με τον οποίο το σύστημα καταστρέφει τον εαυτό του. Όλοι γνωρίζουμε την κλασική σκηνή από τα κινούμενα σχέδια. Η γάτα περνά τον γκρεμό και συνεχίζει να περπατά αγνοώντας το γεγονός ότι δεν πατάει πια στο έδαφος. Μόνο όταν κοιτάει κάτω και συνειδητοποιεί πού βρίσκεται αρχίζει να πέφτει. Αυτό συμβαίνει σήμερα. Λέμε στους τύπους της Γουόλ Στριτ “Ε, κοιτάξτε κάτω!”.
Στα μέσα Απριλίου, η κινεζική κυβέρνηση απαγόρευσε από την τηλεόραση, τις ταινίες και τα μυθιστορήματα κάθε αναφορά σε εναλλακτικές πραγματικότητες και ταξίδια στον χρόνο. Είναι ένα καλό σημάδι για την Κίνα. Οι άνθρωποι εκεί εξακολουθούν να ονειρεύονται εναλλακτικές καταστάσεις επομένως η εξουσία πρέπει να απαγορεύσει αυτά τα όνειρα. Εδώ, δεν χρειάζονται απαγορεύσεις τέτοιου είδους, καθώς το κυρίαρχο σύστημα έχει καταστείλει ακόμη και τη δυνατότητα μας να ονειρευόμαστε. Κοιτάξτε τις ταινίες που βλέπουμε όλη την ώρα. Είναι εύκολο να φανταστείς το τέλος του κόσμου. Ένας αστεροειδείς καταστρέφει κάθε μορφή ζωής πάνω στη Γη και τα λοιπά. Δεν μπορείς όμως να φανταστείς το τέλος του καπιταλισμού.
Τι κάνουμε επομένως εδώ; Θα σας πω ένα υπέροχο, παλιό ανέκδοτο από τα χρόνια του κομμουνισμού. Στέλνουν έναν τύπο από την Ανατολική Γερμανία στη Σιβηρία. Ξέρει ότι τα γράμματα του θα περνούν από λογοκρισία γι αυτό και λέει στους φίλους του: “Ας φτιάξουμε ένα κώδικα. Αν τα γράμματα μου είναι με μπλε μελάνι αυτό θα σημαίνει ότι θα γράφω την αλήθεια. Αν είναι με κόκκινο μελάνι τότε όλα θα είναι ψέματα”. Ύστερα από ένα μήνα, οι φίλοι του λαμβάνουν το πρώτο γράμμα και είναι με μπλε μελάνι. Γράφει: “Όλα εδώ είναι υπέροχα, υπάρχει καλό φαγητό, τα σινεμά δείχνουν ωραίες ταινίες, τα διαμερίσματα είναι ευρύχωρα και πολυτελή. Το μόνο που μας λείπει είναι το κόκκινο μελάνι”.

Έτσι ζούμε και εμείς σήμερα. Έχουμε όλες τις ελευθερίες που θέλουμε. Αλλά αυτό που μας λείπει είναι το κόκκινο μελάνι: η γλώσσα που θα μας βοηθήσει να εκφράσουμε την έλλειψη ελευθερίας μας. Ο τρόπος που μας μαθαίνουν να μιλάμε για την ελευθερία -ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας κ.λπ.- πλαστογραφεί την έννοια της ελευθερίας. Και αυτό είναι που κάνετε όλοι εσείς εδώ. Δίνετε σε όλους μας το κόκκινο μελάνι.

Υπάρχει βέβαια ένας κίνδυνος. Μην ερωτευτείτε τους εαυτούς σας. Περνάμε ωραία εδώ πέρα αλλά καλό είναι να θυμόμαστε ότι τα πανηγύρια τελειώνουν γρήγορα. Εκείνο που μετράει είναι η επόμενη ημέρα, αυτό που θα κάνουμε όταν θα πρέπει να επιστρέψουμε στην καθημερινή ζωή μας. Θα έχει αλλάξει κάτι; Δεν πρέπει να αναπολείτε αυτές τις ημέρες και να λέτε “ήμασταν νέοι και ήταν όμορφα”. Θυμηθείτε ότι το βασικό μας μήνυμα είναι “Μπορούμε να σκεφτόμαστε εναλλακτικές”.
Αν ο κανόνας σπάσει, τότε θα δούμε ότι δεν ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο. Έχουμε όμως μπροστά μας πολύ δρόμο. Και υπάρχουν πραγματικά δύσκολα ζητήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Ξέρουμε τι δεν θέλουμε. Τι είναι όμως αυτό που θέλουμε; Ποιο είδος κοινωνική οργάνωση μπορεί να αντικαταστήσει τον καπιταλισμό; Τι είδους νέες ηγεσίες θέλουμε;
Να θυμάστε. Το πρόβλημα δεν είναι η διαφθορά ή η απληστία. Το πρόβλημα είναι το σύστημα. Σε αναγκάζει να είσαι διεφθαρμένος. Και να προσέχετε όχι μόνο τους εχθρούς αλλά και τους υποκριτές φίλους που ήδη προσπαθούν να νερώσουν αυτή τη διαδικασία. Με τον ίδιο τρόπο που βρίσκει κανείς καφέ χωρίς καφεΐνη, μπίρα χωρίς αλκοόλ και παγωτό χωρίς λιπαρά, θα προσπαθήσουν να μετατρέψουν τις κινητοποιήσεις σας σε μια ακίνδυνη, ηθική διαμαρτυρία. Μια διαδικασία χωρίς καφεΐνη. Όμως βρισκόμαστε εδώ επειδή έχουμε μπουχτίσει από έναν κόσμο όπου μας προσφέρει ικανοποίηση η ανακύκλωση κουτιών κόκα κόλα, η προσφορά μερικών δολαρίων σε φιλανθρωπίες και η αγορά καφέ από την αλυσίδα Στάρμπακς που δίνει το 1% σε λιμοκτονούντα παιδιά του τρίτου κόσμου. Αφού εξόρισαν τις θέσεις εργασίας και τα βασανιστήρια, τώρα προσπαθούν να κάνουν το ίδιο και με την πολιτική. Και εμείς τη θέλουμε πίσω.
Δεν είμαστε κομμουνιστές αν ο κομμουνισμός σημαίνει το σύστημα που κατέρρευσε το 1990. Ας θυμηθούμε άλλωστε ότι εκείνοι οι κομμουνιστές είναι σήμερα οι πιο αποτελεσματικοί και αδίστακτοι καπιταλιστές. Στη σημερινή Κίνα, έχουμε έναν καπιταλισμό που είναι ακόμη πιο δυναμικός και από τον αμερικανικό αλλά δεν χρειάζεται δημοκρατία. Πράγμα που σημαίνει ότι όταν επικρίνετε τον καπιταλισμό, να μην αφήνετε να σας εκβιάζουν με το επιχείρημα ότι στρέφεστε ενάντια στη δημοκρατία. Ο γάμος της δημοκρατίας με τον καπιταλισμό έχει τελειώσει. Και η αλλαγή είναι εφικτή.
Τι αντιλαμβανόμαστε σήμερα ως δυνατό; Ας παρακολουθήσουμε τα ΜΜΕ. Από τη μία πλευρά, στην τεχνολογία και τη σεξουαλικότητα, όλα φαίνονται δυνατά. Μπορείς να ταξιδέψεις στο φεγγάρι, μπορείς να γίνεις αθάνατος μέσω της βιογενετικής, μπορείς να κάνεις σεξ με ζώα ή οτιδήποτε. Όταν όμως κοιτάξεις στο πεδίο της κοινωνίας ή της οικονομίας θα δεις ότι εκεί σχεδόν όλα θεωρούνται αδύνατα. Θέλεις να αυξήσεις λίγο τη φορολόγηση των πλουσίων. Σου λένε ότι είναι αδύνατο. Θα χάσουμε ανταγωνιστικότητα. Θέλεις περισσότερα κονδύλια για την υγεία. Σου λένε: “Αδύνατο, κάτι τέτοιο σημαίνει ολοκληρωτικό κράτος”.
Κάτι πάει στραβά σε ένα κόσμο που υπόσχεται την αθανασία αλλά αρνείται να ξοδέψει έστω και λίγα περισσότερα για το σύστημα υγείας. Ίσως θα έπρεπε να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητες μας. Δεν θέλουμε ένα υψηλότερο επίπεδο ζωής. Θέλουμε ένα καλύτερο επίπεδο ζωής. Η μόνη έννοια κατά την οποία είμαστε κομμουνιστές είναι ότι νοιαζόμαστε για τη δημόσια σφαίρα. Την δημόσια σφαίρα της φύσης. Τη δημόσια σφαίρα που ιδιωτικοποιείται από τα πνευματικά δικαιώματα. Τη δημόσια σφαίρα της βιογενετικής. Για αυτό, και μόνο για αυτό, πρέπει να αγωνιστούμε.
Ο κομμουνισμός απέτυχε αλλά τα προβλήματα της δημόσιας σφαίρας παραμένουν. Μας κατηγορούν ότι είμαστε αντιαμερικανοί. Όμως θα πρέπει να θυμίσουμε κάτι στους συντηρητικούς φονταμενταλιστές που ισχυρίζονται ότι είναι γνήσιοι Αμερικανοί. Τι είναι ο χριστιανισμός; Είναι το Άγιο Πνεύμα. Και τι είναι αυτό; Είναι η ισόνομη κοινότητα των πιστών που συνδέονται με δεσμούς αγάπης και που διαθέτουν μόνο τη δική τους ελευθερία και ευθύνη για να το κάνουν. Με αυτή την έννοια, το άγιο πνεύμα είναι εδώ αυτή τη στιγμή. Και πιο κάτω, στην Γουόλ Στριτ βρίσκονται οι παγανιστές που λατρεύουν βλάσφημα είδωλα.
Επομένως το μόνο που χρειαζόμαστε είναι υπομονή. Και το μόνο που θα πρέπει να φοβόμαστε είναι ο κίνδυνος να επιστρέψουμε στα σπίτια μας και να συναντιόμαστε μια φορά τον χρόνο πίνοντας μπίρες και να αναπολούμε νοσταλγικά “τι ωραία που ήταν εδώ πέρα”. Υποσχεθείτε στους εαυτούς σας ότι αυτό δεν θα συμβεί. Ξέρουμε ότι οι άνθρωποι συχνά επιθυμούν κάτι που δεν θέλουν πραγματικά. Μη φοβάστε να θελήσετε πραγματικά αυτό που επιθυμείτε. Σας ευχαριστώ.

Ας δώσουµε κόκκινο µελάνι στους διαδηλωτές της Wall Street! του Σλάβοϊ Ζίζεκ

Σκεπτόµενος τις διαµαρτυρίες του κινήµατος «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ» και τις ανάλογες εκδηλώσεις κατακραυγής σε ολόκληρο τον κόσµο, θυµήθηκα ότι πριν από µερικά χρόνια ο βρετανός συγγραφέας Τζον Μπέργκερ έγραψε ότι «τα πλήθη των ανθρώπων έχουν απαντήσεις σε ερωτήµατα που δεν έχουν τεθεί ακόµη…
Τα ερωτήµατα δεν έχουν τεθεί ακόµη επειδή το να τα θέσουµε απαιτεί λέξεις και έννοιες που ακούγονται σαν αληθινές, και αυτές που χρησιµοποιούνται τώρα για να κατονοµάσουν γεγονότα κατάντησαν κενές νοήµατος:
 
∆ηµοκρατία, Ελευθερία, Παραγωγικότητα κ.λπ. Με νέες έννοιες τα ερωτήµατα θα τεθούν γρήγορα, επειδή η Ιστορία συνεπάγεται ακριβώς µια τέτοια διαδικασία θέσεως ερωτηµάτων». Ας αρχίσουµε να ρωτάµε.
 
Οι διαδηλωτές του «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ» και οι οπαδοί τους έχουν τις απαντήσεις. Στην πραγµατικότητα έχουµε βοµβαρδίσει τους διαδηλωτές µε ερωτήσεις, αλλά όχι ακόµη µε τις σωστές ερωτήσεις.
 
«Μα τι θέλετε;» τους ρωτάµε. «Ποια είναι τα συγκεκριµένα αιτήµατά σας;». Αυτό είναι το αρχέτυπο ερώτηµα που θέτει ένας άνδρας αφεντικό σε µια υστερική γυναίκα, µια σκηνή από ηµέρες που έχουν παρέλθει: «Ολο γκρίνια και παράπονα είσαι – ξέρεις τι θες πραγµατικά;».
 
Μια τέτοια ερώτηση στοχεύει ακριβώς στον αποκλεισµό της αληθινής απάντησης. Στην ουσία λέει «Πες το µε τους δικούς µου όρους ή βούλωσέ το!». Είναι ένα ερώτηµα που, στην πραγµατικότητα, αποτρέπει τη διαδικασία της µετάφρασης µιας ατελούς διαµαρτυρίας σε συγκεκριµένο σχέδιο.
 
Οι διαδηλωτές του «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ» εφιστούν την προσοχή σε δύο σηµεία-κλειδιά. Πρώτον, ότι το παγκόσµιο καπιταλιστικό σύστηµα έχει καταστροφικές επιπτώσεις: Σκεφθείτε τα εκατοντάδες δισεκατοµµύρια που χάθηκαν εξαιτίας της αχαλίνωτης χρηµατοπιστωτικής κερδοσκοπίας. ∆εύτερον, ότι η οικονοµική παγκοσµιοποίηση υπονοµεύει, σταδιακά αλλά ανελέητα, τη νοµιµοποίηση των ∆υτικών δηµοκρατιών. Μεγάλες οικονοµικές συναλλαγές που εξαρτώνται από διεθνείς παίκτες δεν µπορούν να ελεγχθούν από δηµοκρατικούς µηχανισµούς, οι οποίοι εξ ορισµού περιορίζονται σε εθνικά κράτη. Κατά συνέπεια, οι θεσµικές δηµοκρατικές µορφές είναι όλο και πιο ανίκανες να εννοήσουν τα ζωτικά συµφέροντα του λαού. Η ουσία των διαδηλώσεων της Γουόλ Στριτ είναι η εξής: Πώς θα επεκτείνουµε τη δηµοκρατία πέραν της κρατικής-πολυκοµµατικής πολιτικής µορφής της, η οποία είναι καταφανώς ανί σχυρη όταν έρχεται αντιµέτωπη µε τις καταστροφικές επιπτώσεις της οικονοµικής ζωής;
 
∆εν υπάρχει έλλειψη αντικαπιταλιστικού φρονήµατος σήµερα. Υπάρχει πληθώρα κριτικής για τη φρίκη του καπιταλισµού: Βιβλία, εις βάθος δηµοσιογραφικές έρευνες και τηλεοπτικές ειδήσεις βρίθουν επιχειρήσεων που µολύνουν ανελέητα το περιβάλλον µας, διεφθαρµένων τραπεζιτών που συνεχίζουν να παίρνουν παχυλά µπόνους, ενώ οι τράπεζές τους διασώζονται µε δηµόσιο χρήµα, µαγαζιών εκµετάλλευσης του ανθρώπινου µόχθου, όπου παιδιά δουλεύουν ατέλειωτες ώρες.
 
Αυτό που κατά κανόνα δεν αµφισβητείται είναι το δηµοκρατικόφιλελεύθερο πλαίσιο του αγώνα εναντίον αυτών των καταχρήσεων. Ο ρητός ή υπονοούµενος στόχος µιας τέτοιας κριτικής είναι να εκδηµοκρατιστεί ο καπιταλισµός, να επεκτείνουµε τον δηµοκρατικό έλεγχο στην οικονοµία µέσω πίεσης από τα ΜΜΕ, κοινοβουλευτικών εξεταστικών επιτροπών, πιο αυστηρής νοµοθεσίας, εντίµων αστυνοµικών ερευνών και ούτω καθεξής.
 
Αλλά ποτέ, µα ποτέ, δεν αµφισβητούµε το δηµοκρατικό θεσµικό πλαίσιο του κράτους δικαίου. Αυτή είναι η ιερή αγελάδα που ακόµη και οι πιο ριζοσπαστικές µορφές του ηθικού αντικαπιταλισµού – σκεφθείτε το φόρουµ του Πόρτο Αλέγκρε, το κίνηµα του Σιάτλ – δεν τολµούν να αγγίξουν.
 
Πάρτε για παράδειγµα την ισπανική εκδοχή των διαδηλωτών του κινήµατος «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ», τους Ιndignados (τους «Αγανακτισµένους»). Απορρίπτουν ολόκληρη την πολιτική τάξη, Αριστερά και ∆εξιά, ως διεφθαρµένη και ελεγχόµενη από τη λαγνεία για εξουσία. Και όµως, οι «Αγανακτισµένοι» απευθύνουν τα αιτήµατά τους για αλλαγή σε ποιον; Οχι στον ίδιο τον λαό: οι «Αγανακτισµένοι» δεν λένε (προς το παρόν) ότι κανένας δεν θα φέρει την αλλαγή αν δεν τη φέρει ο ίδιος ο λαός, ότι (για να παραφράσουµε τον Γκάντι) ο ίδιος ο λαός πρέπει να γίνει η αλλαγή την οποία θέλει να δει. Τα αιτήµατά τους απευθύνονται προς αυτούς που έχουν τον έλεγχο – ακριβώς προς εκείνους εναντίον των οποίων διαµαρτύρονται.
 
Ο Μαρξ δεν πίστευε στην τοποθέτηση του ερωτήµατος περί ελευθερίας στην πολιτική σφαίρα καθαυτή.
 
∆εν θα συµφωνούσε µε τον τρόπο µε τον οποίο οι δυτικοί θεσµοί αποτιµούν συνήθως τους βαθµούς της ελευθερίας όταν θέλουν να κρίνουν µια χώρα: Γίνονται ελεύθερες εκλογές; Είναι ανεξάρτητοι οι δικαστές; Είναι ο Τύπος ελεύθερος από κρυφές πιέσεις; Γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώµατα;
 
Το κλειδί για την πραγµατική ελευθερία, πίστευε ο Μαρξ, βρίσκεται στο «απολιτικό» δίκτυο των προσωπικών σχέσεων, από την αγορά ως την οικογένεια. Είναι ψευδαίσθηση να περιµένεις ότι µπορεί κάποιος να αλλάξει αποτελεσµατικά τα πράγµατα µέσω της «επέκτασης» της δηµοκρατίας. Οι ριζοσπαστικές αλλαγές θα έπρεπε να γίνονται εκτός της σφαίρας των νοµικών δικαιωµάτων. «Η δηµοκρατική ψευδαίσθηση», η αποδοχή θεσµικών δηµοκρατικών µηχανισµών ως της µοναδικής, της «σωστής» δύναµης για αλλαγή, απλώς αποτρέπει τη ριζοσπαστική αλλαγή.
 
Στα µέσα Απριλίου του 2011 οι ειδήσεις µετέδωσαν ότι η κυβέρνηση στην Κίνα είχε απαγορεύσει ταινίες και τηλεοπτικές σειρές µε θέµα ταξίδια στον χρόνο και εναλλακτικές θεωρίες περί Ιστορίας, καταγγέλλοντας ότι εισάγουν επιπολαιότητα σε σοβαρά ιστορικά ζητήµατα. Οι Κινέζοι θεωρούν άκρως επικίνδυνη ακόµη και τη µυθοπλαστική δραπέτευση στην εναλλακτική πραγµατικότητα.
 
Στη φιλελεύθερη ∆ύση δεν έχουµε ανάγκη από τέτοιες ρητές απαγορεύσεις. Η ιδεολογία ασκεί τόση εξουσία επάνω µας ώστε µας εµποδίζει να παίρνουµε στα σοβαρά εναλλακτικές αφηγήσεις της Ιστορίας. Αυτολογοκρινόµαστε. Υπάρχουν κάποιες ερωτήσεις που δεν θα τις θέταµε ποτέ.
 
Σε ένα παλιό ανέκδοτο, που αποδίδεται συχνά στην αποθανούσα Λαϊκή ∆ηµοκρατία της Γερµανίας, ένας γερµανός εργάτης βρίσκει δουλειά στη Σιβηρία. Γνωρίζοντας ότι λογοκριτές θα διαβάζουν όλη την αλληλογραφία του, λέει στους φίλους του: «Ας βάλουµε έναν κώδικα: αν ένα γράµµα που σας στέλνω είναι γραµµένο µε κανονικό µπλε µελάνι, ό,τι γράφω είναι αλήθεια. Αν είναι γραµµένο µε κόκκινο µελάνι, είναι ψέµατα».
 
Υστερα από έναν µήνα, οι φίλοι του λαµβάνουν το πρώτο γράµµα, µε µπλε µελάνι: «Ολα είναι υπέροχα εδώ: τα µαγαζιά είναι γεµάτα, το φαγητό µπόλικο, τα διαµερίσµατα µεγάλα και µε καλή θέρµανση, τα σινεµά δείχνουν ταινίες από τη ∆ύση, υπάρχουν πολλά ωραία κορίτσια πρόθυµα για ερωτικές σχέσεις – το µόνο πράγµα που δεν έχουµε είναι κόκκινο µελάνι».
 
Αυτή δεν είναι η κατάστασή µας σήµερα;
 
Εχουµε όλες τις ελευθερίες που θέλει κανείς – το µόνο πράγµα που λείπει είναι το κόκκινο µελάνι.
 
Αυτό που σηµαίνει η έλλειψη κόκκινου µελανιού σήµερα, είναι ότι οι όροι που χρησιµοποιούµε για να προσδιορίσουµε τις συγκρούσεις γύρω µας – «πόλεµος κατά της τροµοκρατίας», «δηµοκρατία και ελευθερία», «ανθρώπινα δικαιώµατα» – δεν ανταποκρίνονται στη νέα πραγµατικότητα. Προκαλούν σύγχυση στην αντίληψη που έχουµε για την κατάσταση, αντί να µας επιτρέπουν να στοχαζόµαστε γι’ αυτή.
 
«Νιώθουµε ελεύθεροι» επειδή µας λείπει η γλώσσα για να αρθρώσουµε την ανελευθερία µας.
 
Ας δώσουµε κόκκινο µελάνι στους διαδηλωτές. 
 
Πηγή: To Βήμα

Ας δώσουµε κόκκινο µελάνι στους διαδηλωτές της Wall Street! του Σλάβοϊ Ζίζεκ

Σκεπτόµενος τις διαµαρτυρίες του κινήµατος «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ» και τις ανάλογες εκδηλώσεις κατακραυγής σε ολόκληρο τον κόσµο, θυµήθηκα ότι πριν από µερικά χρόνια ο βρετανός συγγραφέας Τζον Μπέργκερ έγραψε ότι «τα πλήθη των ανθρώπων έχουν απαντήσεις σε ερωτήµατα που δεν έχουν τεθεί ακόµη…
Τα ερωτήµατα δεν έχουν τεθεί ακόµη επειδή το να τα θέσουµε απαιτεί λέξεις και έννοιες που ακούγονται σαν αληθινές, και αυτές που χρησιµοποιούνται τώρα για να κατονοµάσουν γεγονότα κατάντησαν κενές νοήµατος:
 
∆ηµοκρατία, Ελευθερία, Παραγωγικότητα κ.λπ. Με νέες έννοιες τα ερωτήµατα θα τεθούν γρήγορα, επειδή η Ιστορία συνεπάγεται ακριβώς µια τέτοια διαδικασία θέσεως ερωτηµάτων». Ας αρχίσουµε να ρωτάµε.
 
Οι διαδηλωτές του «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ» και οι οπαδοί τους έχουν τις απαντήσεις. Στην πραγµατικότητα έχουµε βοµβαρδίσει τους διαδηλωτές µε ερωτήσεις, αλλά όχι ακόµη µε τις σωστές ερωτήσεις.
 
«Μα τι θέλετε;» τους ρωτάµε. «Ποια είναι τα συγκεκριµένα αιτήµατά σας;». Αυτό είναι το αρχέτυπο ερώτηµα που θέτει ένας άνδρας αφεντικό σε µια υστερική γυναίκα, µια σκηνή από ηµέρες που έχουν παρέλθει: «Ολο γκρίνια και παράπονα είσαι – ξέρεις τι θες πραγµατικά;».
 
Μια τέτοια ερώτηση στοχεύει ακριβώς στον αποκλεισµό της αληθινής απάντησης. Στην ουσία λέει «Πες το µε τους δικούς µου όρους ή βούλωσέ το!». Είναι ένα ερώτηµα που, στην πραγµατικότητα, αποτρέπει τη διαδικασία της µετάφρασης µιας ατελούς διαµαρτυρίας σε συγκεκριµένο σχέδιο.
 
Οι διαδηλωτές του «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ» εφιστούν την προσοχή σε δύο σηµεία-κλειδιά. Πρώτον, ότι το παγκόσµιο καπιταλιστικό σύστηµα έχει καταστροφικές επιπτώσεις: Σκεφθείτε τα εκατοντάδες δισεκατοµµύρια που χάθηκαν εξαιτίας της αχαλίνωτης χρηµατοπιστωτικής κερδοσκοπίας. ∆εύτερον, ότι η οικονοµική παγκοσµιοποίηση υπονοµεύει, σταδιακά αλλά ανελέητα, τη νοµιµοποίηση των ∆υτικών δηµοκρατιών. Μεγάλες οικονοµικές συναλλαγές που εξαρτώνται από διεθνείς παίκτες δεν µπορούν να ελεγχθούν από δηµοκρατικούς µηχανισµούς, οι οποίοι εξ ορισµού περιορίζονται σε εθνικά κράτη. Κατά συνέπεια, οι θεσµικές δηµοκρατικές µορφές είναι όλο και πιο ανίκανες να εννοήσουν τα ζωτικά συµφέροντα του λαού. Η ουσία των διαδηλώσεων της Γουόλ Στριτ είναι η εξής: Πώς θα επεκτείνουµε τη δηµοκρατία πέραν της κρατικής-πολυκοµµατικής πολιτικής µορφής της, η οποία είναι καταφανώς ανί σχυρη όταν έρχεται αντιµέτωπη µε τις καταστροφικές επιπτώσεις της οικονοµικής ζωής;
 
∆εν υπάρχει έλλειψη αντικαπιταλιστικού φρονήµατος σήµερα. Υπάρχει πληθώρα κριτικής για τη φρίκη του καπιταλισµού: Βιβλία, εις βάθος δηµοσιογραφικές έρευνες και τηλεοπτικές ειδήσεις βρίθουν επιχειρήσεων που µολύνουν ανελέητα το περιβάλλον µας, διεφθαρµένων τραπεζιτών που συνεχίζουν να παίρνουν παχυλά µπόνους, ενώ οι τράπεζές τους διασώζονται µε δηµόσιο χρήµα, µαγαζιών εκµετάλλευσης του ανθρώπινου µόχθου, όπου παιδιά δουλεύουν ατέλειωτες ώρες.
 
Αυτό που κατά κανόνα δεν αµφισβητείται είναι το δηµοκρατικόφιλελεύθερο πλαίσιο του αγώνα εναντίον αυτών των καταχρήσεων. Ο ρητός ή υπονοούµενος στόχος µιας τέτοιας κριτικής είναι να εκδηµοκρατιστεί ο καπιταλισµός, να επεκτείνουµε τον δηµοκρατικό έλεγχο στην οικονοµία µέσω πίεσης από τα ΜΜΕ, κοινοβουλευτικών εξεταστικών επιτροπών, πιο αυστηρής νοµοθεσίας, εντίµων αστυνοµικών ερευνών και ούτω καθεξής.
 
Αλλά ποτέ, µα ποτέ, δεν αµφισβητούµε το δηµοκρατικό θεσµικό πλαίσιο του κράτους δικαίου. Αυτή είναι η ιερή αγελάδα που ακόµη και οι πιο ριζοσπαστικές µορφές του ηθικού αντικαπιταλισµού – σκεφθείτε το φόρουµ του Πόρτο Αλέγκρε, το κίνηµα του Σιάτλ – δεν τολµούν να αγγίξουν.
 
Πάρτε για παράδειγµα την ισπανική εκδοχή των διαδηλωτών του κινήµατος «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ», τους Ιndignados (τους «Αγανακτισµένους»). Απορρίπτουν ολόκληρη την πολιτική τάξη, Αριστερά και ∆εξιά, ως διεφθαρµένη και ελεγχόµενη από τη λαγνεία για εξουσία. Και όµως, οι «Αγανακτισµένοι» απευθύνουν τα αιτήµατά τους για αλλαγή σε ποιον; Οχι στον ίδιο τον λαό: οι «Αγανακτισµένοι» δεν λένε (προς το παρόν) ότι κανένας δεν θα φέρει την αλλαγή αν δεν τη φέρει ο ίδιος ο λαός, ότι (για να παραφράσουµε τον Γκάντι) ο ίδιος ο λαός πρέπει να γίνει η αλλαγή την οποία θέλει να δει. Τα αιτήµατά τους απευθύνονται προς αυτούς που έχουν τον έλεγχο – ακριβώς προς εκείνους εναντίον των οποίων διαµαρτύρονται.
 
Ο Μαρξ δεν πίστευε στην τοποθέτηση του ερωτήµατος περί ελευθερίας στην πολιτική σφαίρα καθαυτή.
 
∆εν θα συµφωνούσε µε τον τρόπο µε τον οποίο οι δυτικοί θεσµοί αποτιµούν συνήθως τους βαθµούς της ελευθερίας όταν θέλουν να κρίνουν µια χώρα: Γίνονται ελεύθερες εκλογές; Είναι ανεξάρτητοι οι δικαστές; Είναι ο Τύπος ελεύθερος από κρυφές πιέσεις; Γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώµατα;
 
Το κλειδί για την πραγµατική ελευθερία, πίστευε ο Μαρξ, βρίσκεται στο «απολιτικό» δίκτυο των προσωπικών σχέσεων, από την αγορά ως την οικογένεια. Είναι ψευδαίσθηση να περιµένεις ότι µπορεί κάποιος να αλλάξει αποτελεσµατικά τα πράγµατα µέσω της «επέκτασης» της δηµοκρατίας. Οι ριζοσπαστικές αλλαγές θα έπρεπε να γίνονται εκτός της σφαίρας των νοµικών δικαιωµάτων. «Η δηµοκρατική ψευδαίσθηση», η αποδοχή θεσµικών δηµοκρατικών µηχανισµών ως της µοναδικής, της «σωστής» δύναµης για αλλαγή, απλώς αποτρέπει τη ριζοσπαστική αλλαγή.
 
Στα µέσα Απριλίου του 2011 οι ειδήσεις µετέδωσαν ότι η κυβέρνηση στην Κίνα είχε απαγορεύσει ταινίες και τηλεοπτικές σειρές µε θέµα ταξίδια στον χρόνο και εναλλακτικές θεωρίες περί Ιστορίας, καταγγέλλοντας ότι εισάγουν επιπολαιότητα σε σοβαρά ιστορικά ζητήµατα. Οι Κινέζοι θεωρούν άκρως επικίνδυνη ακόµη και τη µυθοπλαστική δραπέτευση στην εναλλακτική πραγµατικότητα.
 
Στη φιλελεύθερη ∆ύση δεν έχουµε ανάγκη από τέτοιες ρητές απαγορεύσεις. Η ιδεολογία ασκεί τόση εξουσία επάνω µας ώστε µας εµποδίζει να παίρνουµε στα σοβαρά εναλλακτικές αφηγήσεις της Ιστορίας. Αυτολογοκρινόµαστε. Υπάρχουν κάποιες ερωτήσεις που δεν θα τις θέταµε ποτέ.
 
Σε ένα παλιό ανέκδοτο, που αποδίδεται συχνά στην αποθανούσα Λαϊκή ∆ηµοκρατία της Γερµανίας, ένας γερµανός εργάτης βρίσκει δουλειά στη Σιβηρία. Γνωρίζοντας ότι λογοκριτές θα διαβάζουν όλη την αλληλογραφία του, λέει στους φίλους του: «Ας βάλουµε έναν κώδικα: αν ένα γράµµα που σας στέλνω είναι γραµµένο µε κανονικό µπλε µελάνι, ό,τι γράφω είναι αλήθεια. Αν είναι γραµµένο µε κόκκινο µελάνι, είναι ψέµατα».
 
Υστερα από έναν µήνα, οι φίλοι του λαµβάνουν το πρώτο γράµµα, µε µπλε µελάνι: «Ολα είναι υπέροχα εδώ: τα µαγαζιά είναι γεµάτα, το φαγητό µπόλικο, τα διαµερίσµατα µεγάλα και µε καλή θέρµανση, τα σινεµά δείχνουν ταινίες από τη ∆ύση, υπάρχουν πολλά ωραία κορίτσια πρόθυµα για ερωτικές σχέσεις – το µόνο πράγµα που δεν έχουµε είναι κόκκινο µελάνι».
 
Αυτή δεν είναι η κατάστασή µας σήµερα;
 
Εχουµε όλες τις ελευθερίες που θέλει κανείς – το µόνο πράγµα που λείπει είναι το κόκκινο µελάνι.
 
Αυτό που σηµαίνει η έλλειψη κόκκινου µελανιού σήµερα, είναι ότι οι όροι που χρησιµοποιούµε για να προσδιορίσουµε τις συγκρούσεις γύρω µας – «πόλεµος κατά της τροµοκρατίας», «δηµοκρατία και ελευθερία», «ανθρώπινα δικαιώµατα» – δεν ανταποκρίνονται στη νέα πραγµατικότητα. Προκαλούν σύγχυση στην αντίληψη που έχουµε για την κατάσταση, αντί να µας επιτρέπουν να στοχαζόµαστε γι’ αυτή.
 
«Νιώθουµε ελεύθεροι» επειδή µας λείπει η γλώσσα για να αρθρώσουµε την ανελευθερία µας.
 
Ας δώσουµε κόκκινο µελάνι στους διαδηλωτές. 
 
Πηγή: To Βήμα