Αν είναι δυνατόν!*

“Αν υπήρχε κάτι που μισούσε περισσότερο από τις συμμορίες των εργοδοτών , από τις ερωμένες των Ισπανών αριστοκρατών και από τους λαχειοπώλες (τους τελευταίους επειδή διέδιδαν την πίστη σ’ έναν ψεύτικο παράδεισο) ήταν οι πουλημένοι δημοσιογράφοι»

(«Το ποδήλατο του Λεονάρντο»  , Paco Ignacio Taibo II, εκδόσεις Άγρα )

Αν είναι δυνατόν , το άλλοτε μεγαλύτερο ναυπηγείο της Ανατολικής Μεσογείου να αφήνεται να μετατρέπεται σε τόπο εγκατάλειψης και μαρασμού από την ομερτά των εφοπλιστών, τον τυχοδιωκτισμό των επενδυτών και τη συνενοχή της κυβέρνησης. Αν είναι δυνατόν, οι νευραλγικές επιχειρήσεις του δημοσίου να εκχωρούνται έναντι πινακίου φακής σε κερδοσκοπικά ξένα και ντόπια παλιότερα ιδιωτικά συμφέροντα. Αν είναι δυνατόν , το ελληνικό δημόσιο να πληρώνει δισεκατομμύρια για υποβρύχια που δεν έχει παραλάβει σ’ ένα αέναο πάρτυ μίζας και εξοπλισμών. Αν είναι δυνατόν, σκληρά εργαζόμενοι επί χρόνια με υψηλή τεχνογνωσία να αφήνονται απλήρωτοι επί μήνες , να εκβιάζονται με εκ περιτροπής εργασία, να ποινικοποιείται ο αγώνας τους.

Κυβέρνηση , οικονομική ελίτ και ΜΜΕ –  «το τρίγωνο του Μνημονίου και της διαφθοράς» σε κωδικοποιημένη διατύπωση – συνεχίζοντας το τριετές project τους για το γκρέμισμα μιας κοινωνίας, αφού ξέμειναν από «κουκουλοφόρους», μετανάστες, αντιφασίστες, αναρχικούς, αριστερούς και λοιπά στοιχεία που «καταστρέφουν της εικόνα της χώρας», «αποθαρρύνουν τον τουρισμό» και «διώχνουν τις επενδύσεις», αποφάσισαν να στοχεύσουν  στην καρδιά του εργατικού κινήματος, τους απλήρωτους επί μήνες εργαζόμενους στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά. Πρώτα ξεπάστρεψαν τα ναυπηγεία μ’ έναν κύκλο μπιζνας, μίζας και απαξίωσης  και τώρα επιφυλάσσουν την ίδια τύχη και σε ότι απέμεινε από το έμψυχο δυναμικό τους. Οι αρχιπαραβάτες της λαϊκής βούλησης, ως φορείς λιστών με μέτρα και αντικείμενα λιστών ανομίας, προτάσσουν με την επίκληση της νομιμότητας τον κατασταλτικό μηχανισμό τους για να χτυπήσει και να συλλάβει εργαζόμενους που διεκδικούν το δίκιο τους. Οι αρχιερείς της διαπλοκής στήνουν απλήρωτους εργαζόμενους στα ειδώλια σικέ τηλεδικαστηριών με μοναδικό ακροατήριο να τους έχει απομείνει τους εντολείς των συμβολαίων που εκτελούν. Αυτοί που κατέστησαν τον εξτρεμισμό τρόπο άσκησης πολιτικής, ενορχηστρώνουν την παράσταση των «άκρων», βαφτίζοντας άκρο οτιδήποτε αντιστέκεται στα σχέδια τους και εξισώνοντας τους κοινωνικούς αγώνες με το νεοφασισμό που οι ίδιοι εξέθρεψαν και συντηρούν. Απογυμνωμένοι από επιχειρήματα και στηρίγματα,   απονομιμοποιημένοι στη λαϊκή συνείδηση αναδιπλώνονται στο οχυρό του φόβου, την τρομοκρατίας, της καταστολής και της συκοφαντίας.

Η αλήθεια τους γέρνει, σαν τα υποβρύχια που αγοράσανε. Η αξιοπιστία τους μετριέται σε λιγότερα MB απ’ τα CD που έκρυβαν κάτω απ’ το μαξιλάρι τους. Η ηγεμονία τους είναι περισσότερη εύθραυστη κι απ’ τα ρολά ή τους φράχτες που υψώνουν ενάντια στην κοινωνία. Στα πρόσωπα των εργαζομένων στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά συμβολοποιήθηκε αυτές τις μέρες η αγανάκτηση όλων των εργαζομένων , ως συνέχεια αλλά και προπομπός νέων μαχών και κυρίως ως συμπύκνωση ενός αγώνα  που ψάχνει να βρει εκπλήρωση ενάντια σε μια ζωή εκ περιτροπής και σε μια δημοκρατία α λα καρτ.

Ο τίτλος είναι κλεμμένος από το κροουλ του τηλεοπτικού σταθμού Σκαι που διέτρεχε την εικόνα των ματωμένων από τα χτυπήματα της Αστυνομίας εργαζομένων κατά τη διάρκεια της σύλληψης τους στο Πεντάγωνο, δυσφορώντας προφανώς επειδή η καταστολή δεν υπήρξε εγκυρότερη και σκληρότερη(;). Τον δανείζομαι. Είναι γνωστό άλλωστε ότι συγκεκριμένος μιντιακός όμιλος συντάσσεται με κάθε είδους αυστηρούς περιορισμούς δικαιωμάτων – πλην των πνευματικών.

Μαρία Λούκα

…Ε, ό­χι και «φα­σι­στι­κή», η Χρυ­σή Αυ­γή

του Δη­μή­τρη Ψαρ­ρά

Υπάρ­χει έ­να α­πό­σπα­σμα α­πό την Ιστο­ρία του Φα­σι­σμού του Στάν­λεϊ Πέιν, στο ο­ποίο συ­νη­θί­ζει να πα­ρα­πέ­μπει ο Μι­χα­λο­λιά­κος. Εί­ναι οι πρώ­τες γραμ­μές τής κλα­σι­κής αυ­τής με­λέ­της. «Στα τέ­λη του ει­κο­στού αιώ­να», γρά­φει ο Πέιν και α­ντι­γρά­φει ο Μι­χα­λο­λιά­κος, «ο ό­ρος φα­σι­σμός πα­ρα­μέ­νει ί­σως ο πιο α­σα­φής α­πό τους ση­μα­ντι­κούς πο­λι­τι­κούς ό­ρους. Αυ­τό ί­σως πη­γά­ζει α­πό το γε­γο­νός ό­τι η λέ­ξη κα­θε­αυ­τή δεν πε­ριέ­χει μια σα­φή πο­λι­τι­κή α­να­φο­ρά (α­κό­μα και α­φη­ρη­μέ­νη), ό­πως συμ­βαί­νει με τη δη­μο­κρα­τία, το φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό, το σο­σια­λι­σμό και τον κο­μου­νι­σμό. […] Η λέ­ξη φα­σί­στας εί­ναι μια α­πό τις πιο πο­λυ­χρη­σι­μο­ποιη­μέ­νες υ­πο­τι­μη­τι­κές πο­λι­τι­κές εκ­φρά­σεις, και συ­νή­θως υ­πο­δη­λώ­νει «τον βίαιο«, «τον κτη­νώ­δη«, «τον κα­τα­πιε­στι­κό« ή «τον δι­κτα­το­ρι­κό«. Αν ό­μως φα­σι­σμός δεν ση­μαί­νει τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ αυ­τό, τό­τε τα κομ­μου­νι­στι­κά κα­θε­στώ­τα, για πα­ρά­δειγ­μα, θα έ­πρε­πε πι­θα­νόν να ε­νταχ­θούν στην κα­τη­γο­ρία των πιο φα­σι­στι­κών κα­θε­στώ­των, α­πο­στε­ρώ­ντας έ­τσι τη λέ­ξη α­πό κά­θε χρή­σι­μο προσ­διο­ρι­σμό».1
Τε­λευ­ταία φο­ρά που φρό­ντι­σε να μας θυ­μί­σει το α­πό­σπα­σμα αυ­τό ο Μι­χα­λο­λιά­κος ή­ταν στο κύ­ριο άρ­θρο της ε­φη­με­ρί­δας του πριν α­πό δε­κα­πέ­ντε μέ­ρες.2 Ο πρω­το­σέ­λι­δος τίτ­λος του ί­διου φύλ­λου ή­ταν «Εκτός Νό­μου την Χρυ­σή Αυ­γή θέ­λει η χού­ντα του Μνη­μο­νίου». Θα προ­σπα­θή­σω να ε­ξη­γή­σω πώς συν­δέ­ο­νται αυ­τές οι δύο δη­μό­σιες το­πο­θε­τή­σεις του Φί­ρερ της ορ­γά­νω­σης και με ποιο τρό­πο μας δί­νουν α­πά­ντη­ση στο ε­ρώ­τη­μα «Ποιοι και πώς να στα­μα­τή­σου­με τους νε­ο­να­ζί».3

Φα­σί­στες ή να­ζι­στές

Ο Μι­χα­λο­λιά­κος, δη­λα­δή ο Πέιν, έ­χει δί­κιο. Αυ­τά εί­ναι τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της χρή­σης του ό­ρου και αυ­τός εί­ναι ο πρώ­τος λό­γος που ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός «φα­σί­στες» για τη Χρυ­σή Αυ­γή δεν εί­ναι αρ­κε­τός. Μπο­ρεί να δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν έ­ντο­να την προ­η­γού­με­νη Πα­ρα­σκευή στη βου­λή οι Χρυ­σαυ­γί­τες που α­πο­κά­λε­σε φα­σι­στι­κή την ορ­γά­νω­σή τους ο Θα­νά­σης Πα­φί­λης του ΚΚΕ, αλ­λά η δια­μαρ­τυ­ρία αυ­τή ή­ταν α­πλά μια α­κό­μα α­φορ­μή για φα­σα­ρία μέ­σα στην αί­θου­σα της βου­λής.
Ο δεύ­τε­ρος λό­γος που εί­ναι α­κα­τάλ­λη­λος ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός «φα­σι­στι­κός» για τη Χρυ­σή Αυ­γή εί­ναι και ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος: η ορ­γά­νω­ση αυ­τή δεν εί­ναι φα­σι­στι­κή, αλ­λά να­ζι­στι­κή. Φυ­σι­κά ο ό­ρος φα­σι­σμός χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως ευ­ρύ­τε­ρος, για να πε­ρι­λά­βει κά­θε λο­γής ο­λο­κλη­ρω­τι­κά δε­ξιά κι­νή­μα­τα του με­σο­πο­λέ­μου και με την προ­σθή­κη «νέ­ο», δη­λα­δή νε­ο­φα­σι­σμός τις με­τα­πο­λε­μι­κές α­κρο­δε­ξιές ορ­γα­νώ­σεις που ε­μπνέ­ο­νται α­π’ αυ­τά. Αλλά αν δεν α­ντι­με­τω­πί­σει κα­νείς τη Χρυ­σή Αυ­γή ως να­ζι­στι­κή, δεν εί­ναι δυ­να­τόν να κα­τα­νοή­σει τον τρό­πο δρά­σης της και πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο να τη «στα­μα­τή­σει». Για­τί τα ι­διαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του να­ζι­σμού, δη­λα­δή ο α­κραίος ρα­τσι­σμός και η α­να­γό­ρευ­ση σε υ­πέρ­τα­τη α­ξία της φυ­λής-έ­θνους, προσ­διο­ρί­ζουν τον τρό­πο δρά­σης της ορ­γά­νω­σης, με τις ο­μά­δες κρού­σης που εύ­στο­χα έ­χουν ο­νο­μα­στεί Τάγ­μα­τα Εφό­δου και τη συ­νο­δεύουν ως μέ­θο­δος «κα­τά­κτη­σης του πε­ζο­δρο­μίου» α­πό τα πρώ­τα της χρό­νια. Δεν μπο­ρεί κα­νείς να κα­τα­νοή­σει τη χρυ­σαυ­γί­τι­κη βία, αν δεν α­ντι­λη­φθεί ό­τι, γι’ αυ­τήν, ό­σοι δεν α­νή­κουν στη «φυ­λή», ό­πως την ο­ρί­ζουν οι ί­διοι, εί­ναι «υ­πάν­θρω­ποι», ι­σο­δύ­να­μοι του ζώου, και ε­πο­μέ­νως η βία ε­να­ντίον τους μπο­ρεί να φτά­σει στα ό­ρια της ε­ξό­ντω­σης, για το κα­λό της πα­τρί­δας, δη­λα­δή της φυ­λής. «Υπάν­θρω­ποι» εί­ναι οι με­τα­νά­στες, οι ε­βραίοι, οι ξέ­νοι, αλ­λά και οι γραι­κύ­λοι Έλλη­νες, οι α­ρι­στε­ροί. Ενώ, για πα­ρά­δειγ­μα, στο ι­τα­λι­κό φα­σι­στι­κό υ­πό­δειγ­μα ό­χι μό­νο δεν υ­πάρ­χει α­ντί­στοι­χη ρα­τσι­στι­κή πα­ρά­δο­ση, αλ­λά και ο στό­χος της δρά­σης εί­ναι η κα­τά­κτη­ση και η εν­δυ­νά­μω­ση του αυ­ταρ­χι­κού κρά­τους, ό­χι του έ­θνους-φυ­λής.
Αν ε­πι­μέ­νω σ’ αυ­τό το ση­μείο, δεν το κά­νω για λό­γους ε­πι­στη­μο­νι­κής κα­θα­ρό­τη­τας ού­τε πο­λι­τι­κού βυ­ζα­ντι­νι­σμού. Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι ο Αρχη­γός και οι κα­τά και­ρούς ά­με­σοι συ­νερ­γά­τες του δια­βά­ζουν με πά­θος τους θεω­ρη­τι­κούς του να­ζι­σμού και α­ντι­γρά­φουν ό­σο μπο­ρούν μέ­χρι κε­ραίας την πρα­κτι­κή του γερ­μα­νι­κού NSDAP. Η Χρυ­σή Αυ­γή, δη­λα­δή, εί­ναι έ­να να­ζι­στι­κό μόρ­φω­μα, το ο­ποίο δεν αρ­κεί­ται στη με­λέ­τη ή την προ­πα­γάν­δα του να­ζι­σμού, αλ­λά ε­φαρ­μό­ζει στην πρά­ξη αυ­τά της τα πι­στεύω, μέ­σα α­πό μια σει­ρά πα­ρά­νο­μων πρά­ξεων. Βέ­βαια δεν μπο­ρεί να τεκ­μη­ριω­θεί η ε­νο­χή της για ό­λες αυ­τές οι πρά­ξεις, αλ­λά αρ­κούν α­κό­μα κι ε­κεί­νες που η ί­δια η ορ­γά­νω­ση δια­φη­μί­ζει (ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα οι ε­πι­δρο­μές στη Ρα­φή­να και το Με­σο­λόγ­γι), για να α­ντι­λη­φθεί και ο πιο α­φε­λής πε­ρί τί­νος πρό­κει­ται. Δια­θέ­του­με ε­πί­σης μια σει­ρά τε­λε­σί­δι­κων δι­κα­στι­κών α­πο­φά­σεων, α­κό­μα και του Ανώ­τα­του Δι­κα­στη­ρίου, στις ο­ποίες κα­τα­γρά­φε­ται η διε­νέρ­γεια ποι­νι­κά κο­λά­σι­μων πρά­ξεων, α­κό­μα και κα­κουρ­γη­μά­των α­πό ε­ντε­ταλ­μέ­νες ο­μά­δες (φά­λαγ­γες) της ορ­γά­νω­σης.

Δια­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή: η πα­ρά­νο­μη δρά­ση

Με βά­ση αυ­τές τις σκέ­ψεις κα­τα­λή­γω στο συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι προϋπό­θε­ση για την α­νά­σχε­ση της δρά­σης της Χρυ­σής Αυ­γής εί­ναι η α­να­γνώ­ρι­ση του πα­ρά­νο­μου χα­ρα­κτή­ρα της δρά­σης της. Δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­χει κα­μιά άλ­λη α­πά­ντη­ση ε­νός δη­μο­κρα­τι­κού κρά­τους, πα­ρά μό­νο η α­πό­λυ­τη άρ­νη­ση να α­πο­δε­χτεί ως «νό­μι­μες» ή «κα­νο­νι­κές» τις ρα­τσι­στι­κές ε­πι­δρο­μές, το λι­ντσά­ρι­σμα, τα μα­χαι­ρώ­μα­τα, τα πο­γκρόμ.
Γνω­ρί­ζω τις εν­στά­σεις που προ­βάλ­λο­νται μπρο­στά στο εν­δε­χό­με­νο αυ­τό, και εί­μαι α­πό ε­κεί­νους που έ­χουν κα­τά και­ρούς δια­τυ­πώ­σει τις αμ­φι­βο­λίες τους για τις συ­νέ­πειες που θα εί­χε η υιο­θέ­τη­ση μιας τέ­τοιας α­πό­λυ­της στά­σης α­πέ­να­ντι στον ε­φαρ­μο­σμέ­νο να­ζι­σμό. Αλλά εί­δα­με ή­δη τις συ­νέ­πειες της «ε­πι­τρε­πτι­κής» πο­λι­τι­κής που α­κο­λου­θή­θη­κε τό­σα χρό­νια. Η δρά­ση της Χρυ­σής Αυ­γής δεν μπο­ρεί να α­ντι­με­τω­πι­στεί με με­μο­νω­μέ­νες α­μυ­ντι­κές κι­νή­σεις της δη­μο­κρα­τίας. Δεν μπο­ρεί οι κρα­τι­κοί θε­σμοί, οι πο­λι­τι­κοί σχη­μα­τι­σμοί και οι πο­λί­τες να τρέ­χουν πί­σω α­πό κά­θε νέα πα­ρα­βία­ση της νο­μι­μό­τη­τας, ό­πως συμ­βαί­νει μέ­χρι σή­με­ρα. Η δρά­ση των να­ζι­στών εί­ναι ε­νιαία και στο­χευ­μέ­νη, δεν εί­ναι α­πο­σπα­σμα­τι­κή. Το μή­νυ­μα προς ό­λες τις κα­τευ­θύν­σεις πρέ­πει να εί­ναι έ­να: δεν μπο­ρεί να γί­νει α­νε­κτή η ύ­παρ­ξη μιας πα­ρό­μοιας ορ­γά­νω­σης.
Η α­πά­ντη­σή μου λοι­πόν στο «πώς» εί­ναι αυ­τή: η α­πα­γό­ρευ­ση εί­ναι το α­να­γκαίο πρώ­το βή­μα. Αλλά και στο «ποιοι» δί­νει την α­πά­ντη­ση η ί­δια θέ­ση: ό­σοι συ­νταχ­θούν με την κα­μπά­νια για την α­πα­γό­ρευ­ση της δρά­σης της Χρυ­σής Αυ­γής α­νή­κουν αυ­το­δί­καια σ’ αυ­τό το μέ­τω­πο.
Έχουν ή­δη δια­τυ­πω­θεί κά­ποια πρώ­τα ε­ρω­τή­μα­τα για τις συ­νέ­πειες που θα εί­χε εν­δε­χό­με­νη α­πα­γό­ρευ­ση του κόμ­μα­τος. Άκου­σα, για πα­ρά­δειγ­μα, τον Δη­μή­τρη Χρι­στό­που­λο στην εκ­δή­λω­ση των Ενθε­μά­των και του Unfollow να λέει ό­τι σ’ αυ­τή την πε­ρί­πτω­ση θα δή­λω­ναν α­νε­ξάρ­τη­τοι οι βου­λευ­τές της και θα συ­νέ­χι­ζαν τη δρά­ση τους. Αλλά κα­νέ­να τέ­τοιο εν­δε­χό­με­νο δεν πρέ­πει να μας τρο­μά­ζει. Για την α­κρί­βεια, το χει­ρό­τε­ρο που θα μπο­ρού­σε να συμ­βεί, εί­ναι αυ­τό που βλέ­που­με να συμ­βαί­νει μπρο­στά στα μά­τια μας. Να μην τολ­μά­ει δη­λα­δή η συ­ντε­ταγ­μέ­νη πο­λι­τι­κή τά­ξη να α­ντι­με­τω­πί­σει την προ­κλη­τι­κή κα­τα­πά­τη­ση των νό­μων και τη δο­λο­φο­νι­κή βία εις βά­ρος α­νυ­πε­ρά­σπι­στων πο­λι­τών.

Ο φό­βος της δη­μο­κρα­τίας α­πέ­να­ντι στη Χρυ­σή Αυ­γή

Ο φό­βος της δη­μο­κρα­τίας α­πέ­να­ντι στη Χρυ­σή Αυ­γή εί­ναι ή­δη μια πρώ­τη πο­λι­τι­κή νί­κη των να­ζι­στών. Για­τί κε­ντρι­κός προ­πα­γαν­δι­στι­κός τους στό­χος εί­ναι να α­πο­δεί­ξουν ό­τι το δη­μο­κρα­τι­κό πο­λί­τευ­μα εί­ναι α­δύ­να­μο, ε­νώ το δι­κό τους, το ε­θνι­κο­σο­σια­λι­στι­κό, θα εί­ναι πα­ντο­δύ­να­μο. Ο τίτ­λος, λοι­πόν, της Χρυ­σής Αυ­γής που προ­δι­κά­ζει την α­πα­γό­ρευ­σή της εί­ναι σκο­πί­μως προ­κλη­τι­κός. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα η ορ­γά­νω­ση βγά­ζει τη γλώσ­σα στη συ­ντε­ταγ­μέ­νη δη­μο­κρα­τι­κή τά­ξη, για­τί ε­κτι­μά ό­τι ο ση­με­ρι­νός συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­μεων δεν θα ε­πέ­τρε­πε κά­τι τέ­τοιο. Εί­ναι σαν να μας λέει, «αν τολ­μά­τε α­πα­γο­ρέψ­τε μας». Το έ­χει κά­νει πολ­λές φο­ρές και στο πα­ρελ­θόν με πα­ρό­μοιο τρό­πο. Μέ­νει στα δι­κά μας χέ­ρια να α­πο­δεί­ξου­με ό­τι αυ­τή τη φο­ρά έ­χει λά­θος.
Η κα­μπά­νια για την α­πα­γό­ρευ­ση της Χρυ­σής Αυ­γής εί­ναι ταυ­τό­χρο­να και μια α­πά­ντη­ση σε ό­σους ξα­να­θυ­μή­θη­καν τη θεω­ρία των δύο ά­κρων, με στό­χο ό­χι βέ­βαια να κα­τα­στεί­λουν τη Χρυ­σή Αυ­γή, αλ­λά να συ­κο­φα­ντή­σουν την Αρι­στε­ρά. Όποιος αρ­νη­θεί να το­πο­θε­τη­θεί με α­πό­λυ­το τρό­πο α­πέ­να­ντι στη να­ζι­στι­κή ορ­γά­νω­ση, θα εί­ναι σαν να α­πο­δέ­χε­ται τις πα­ρά­νο­μες και ε­γκλη­μα­τι­κές της ε­νέρ­γειες. Για­τί οι ο­μά­δες που α­σκούν την υ­πο­τι­θέ­με­νη «α­νά­λο­γη» βία α­πό την Αρι­στε­ρά, ό­πως κι αν τους ο­νο­μά­ζουν («κου­κου­λο­φό­ροι», «μπα­χα­λά­κη­δες», αλ­λά α­κό­μα και α­ντιε­ξου­σια­στές) ού­τε «κόμ­μα», και μά­λι­στα «κοι­νο­βου­λευ­τι­κό», εί­ναι ού­τε θέ­λουν να γί­νουν. Και ποιος θα δια­φω­νή­σει με τη διά­λυ­ση ε­νός συν­δέ­σμου ο­πα­δών ό­ταν α­πο­δει­χτεί ό­τι έ­στελ­νε τα μέ­λη του σε α­πο­στο­λές δο­λο­φο­νίας; Η ε­πί­κλη­ση δη­λα­δή του συμ­ψη­φι­σμού «α­ρι­στε­ρής» και «δε­ξιάς» βίας στο πλαί­σιο αυ­τής της κα­μπά­νιας α­πο­δει­κνύε­ται ε­ντε­λώς προ­σχη­μα­τι­κή.
Δεν έ­χω κα­μιά ψευ­δαί­σθη­ση. Αυ­τοί που θα συμ­με­τεί­χαν σε μια πα­ρό­μοια κα­μπά­νια θα α­νή­κουν κα­τά κύ­ριο λό­γο στην Αρι­στε­ρά, και μά­λι­στα ό­χι σε ό­λη. Αλλά αυ­τός δεν εί­ναι ο ρό­λος της Αρι­στε­ράς; Να εκ­φρά­σει σε μια πα­ρό­μοια πε­ρίο­δο κρί­σης έ­να παλ­λαϊκό δη­μο­κρα­τι­κό αί­τη­μα.
Γνω­ρί­ζω ε­πί­σης ό­τι ή­δη στε­λέ­χη της Νέ­ας Δη­μο­κρα­τίας κα­λο­βλέ­πουν τη δε­ξα­με­νή ψή­φων της Χρυ­σής Αυ­γής, θεω­ρώ­ντας, οι α­φε­λείς, ό­τι αν κλεί­σουν τα μά­τια στο να­ζι­σμό, θα καρ­πω­θούν κά­ποια στιγ­μή τις ε­κλο­γι­κές του ε­πι­τυ­χίες. Εί­δα­με τον προ­ε­δρεύο­ντα στη βου­λή Χρή­στο Μαρ­κο­γιαν­νά­κη να ζη­τά α­πό τον Πα­φί­λη να μην ο­νο­μά­ζει «φα­σι­στι­κή» τη Χρυ­σή Αυ­γή. Συ­μπέ­ρα­σμα: ο πο­λι­τι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός της ορ­γά­νω­σης και η α­πο­νο­μι­μο­ποίη­σή της α­πο­τε­λούν το κρί­σι­μο πο­λι­τι­κό δια­κύ­βευ­μα της πε­ριό­δου.

Ση­μειώ­σεις

1. Στάν­λεϊ Τζ. Πέιν, Μια Ιστο­ρία του Φα­σι­σμού, 1914-1945, μτφρ. Κώ­στας Γεώρ­μας, Φι­λί­στω­ρ, Αθή­να 2000, σ. 21.
2. Ν.Γ. Μι­χα­λο­λιά­κος, «Η Χρυ­σή Αυ­γή και οι «δη­μο­κρά­τες«», «Χρυ­σή Αυ­γή», 19.9.2012.
3. Αυ­τός ή­ταν ο τίτ­λος δη­μό­σιας συ­ζή­τη­σης στην Αντι­ρα­τσι­στι­κή Γιορ­τή που διορ­γά­νω­σε το Κυ­ρια­κά­τι­κο Σχο­λείο Με­τα­να­στών και η Κί­νη­ση Απε­λά­στε το Ρα­τσι­σμό το πε­ρα­σμέ­νο Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο. Εκεί κα­τα­τέ­θη­καν ο­ρι­σμέ­νες α­πό αυ­τές τις σκέ­ψεις.

(!) Η Ε. Ζα­ρού­λια, βου­λευ­τής της Χρυ­σής Αυ­γής, θα εκ­προ­σω­πή­σει την Χρυ­σή Αυ­γή και την ελ­λη­νι­κή βου­λή στην υ­πο­ε­πι­τρο­πή για την ξε­νο­φο­βία και το ρα­τσι­σμό στο πλαί­σιο της Ευ­ρω­παϊκής Επι­τρο­πής Ισό­τη­τας.

Μνήμες της Βαϊμάρης

Ο Έρικ Χομπσμπάουμ θυμάται τα εφηβικά του χρόνια, στο ταραγμένο και συναρπαστικό Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μας περιγράφει τη βερολινέζικη κουλτούρα του Μεσοπολέμου, το πολιτικό κλίμα, την άνοδο του Χίτλερ.

 

του Έρικ Χομπσμπάουμ

Έζησα την περίοδο που επηρέασε περισσότερο τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου, τα χρόνια 1931-33, ωςγυμνασιόπαις και εκκολαπτόμενος ενεργός κομμουνιστής, στη θνήσκουσα Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Continue reading →