Μνήμες της Βαϊμάρης

Ο Έρικ Χομπσμπάουμ θυμάται τα εφηβικά του χρόνια, στο ταραγμένο και συναρπαστικό Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μας περιγράφει τη βερολινέζικη κουλτούρα του Μεσοπολέμου, το πολιτικό κλίμα, την άνοδο του Χίτλερ.

 

του Έρικ Χομπσμπάουμ

Έζησα την περίοδο που επηρέασε περισσότερο τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου, τα χρόνια 1931-33, ωςγυμνασιόπαις και εκκολαπτόμενος ενεργός κομμουνιστής, στη θνήσκουσα Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Continue reading →

Βαλκανική κολυμβήθρα ονομάτων

Ο εθνοφυλετισμός είναι ακόμα ζωντανός στη συνείδηση των ιστορικών και των απλών ανθρώπων. Και το μεγάλο ερώτημα παραμένει πάντα για πολλούς: Τι απέγιναν οι αρχαίες φυλές και γιατί τα ονόματά τους χάθηκαν από τον καιρό των Ρωμαίων και ξαναεμφανίστηκαν τον 18ο και 19ο αιώνα; Το αποτέλεσμα της επώδυνης για τους ανθρώπους πολιτικής διαδικασίας που ονομάστηκε «εθνογένεση» είναι εξαιρετικά εύθραυστο και αμφιλεγόμενο. Αλλά φαντάζει σήμερα και εξαιρετικά άδικο. Αυτό το βιβλίο έρχεται να βοηθήσει, δονκιχωτικά έστω, κάποια μελλοντική επανόρθωση της άδικης και ασύστολα ψευδόμενης ιστορίας των βαλκανικών λαών, εξετάζοντας την γέννηση των εθνωνύμων που επιβλήθηκαν τους τελευταίους τρεις αιώνες. Και όπως σε όλες τις βαπτίσεις που επικυρώνονται από τον ιερέα, όλοι γελάνε εκτός από όσους βρίσκονται στην κολυμβήθρα.

Του Ζάχου Παπαζαχαρίου

εκδ. Ισνάφι

Η ταξική «καρδιά» του Μακεδονικού

Η ελληνική βιβλιογραφία για το Μακεδονικό Ζήτημα στην «κλασική» του φάση, μέχρι δηλαδή τους Βαλκανικούς πολέμους και την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας, χαρακτηρίζεται από μια έντονη ανισομέρεια.
Αυτό που έχει μελετηθεί είναι κυρίως οι διπλωματικές και (με ισχυρή δόση εθνικά ορθής αυτολογοκρισίας) στρατιωτικές παράμετροι του ζητήματος.
Οι κοινωνικές αντιθέσεις της μακεδονικής κοινωνίας πριν από το 1912 και η διαπλοκή τους με την ανάπτυξη των αντιμαχόμενων εθνικών κινημάτων και τις στρατηγικές επιλογές των εθνικών κέντρων, μόνο περιθωριακά έχουν θιγεί -συνήθως με παρεμπίπτουσες, δευτερεύουσες και λακωνικές αναφορές.
Κι όμως, το Μακεδονικό είναι πρακτικά αδύνατο να κατανοηθεί χωρίς τη γνώση του κοινωνικού πεδίου και των αντιθέσεων, πολιτική αντανάκλαση των οποίων υπήρξε η διαμάχη μεταξύ «ελληνοφρόνων» και «σλαβοφρόνων» Μακεδόνων στη διάρκεια μισού και πλέον αιώνα.
Το σοβαρό αυτό κενό έρχεται να καλύψει το βιβλίο του Σπύρου Καράβα, επίκουρου καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου, «Μακάριοι οι κατέχοντες την γην. Γεωκτητικοί σχεδιασμοί προς απαλλοτρίωση συνειδήσεων στη Μακεδονία 1880-1909» (Αθήνα 2010, εκδ. Βιβλιόραμα).
Αντικείμενό του είναι μια ξεχασμένη αν και σημαντικότατη πτυχή αυτής της διαπλοκής του κοινωνικού με το εθνικό: τα σχέδια εξελληνισμού της (οθωμανικής ακόμη) Μακεδονίας διά του «εξελληνισμού» τής εκεί γεωκτησίας. Ως πηγές, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί υλικό από τα αρχεία του ΥΠΕΞ και προσωπικοτήτων της εποχής (Στ. Δραγούμης, Π. Δέλτα κ.ά.), τον Τύπο των ημερών, κυρίως όμως ένα ντοκουμέντο προκλητικά αγνοημένο από την εγχώρια μακεδονολογία: το φυλλάδιο «Το έργον του ελληνισμού εν Μακεδονία», που τύπωσε το 1880 «ως χειρόγραφον» (σε περιορισμένο δηλαδή αριθμό αντιτύπων, για διανομή σε στενό κύκλο οικονομικών παραγόντων και στελεχών του ελληνικού κράτους) ο Αθανάσιος Ευταξίας.
Τρικουπικός και τσιφλικάς
Απεσταλμένος της κυβέρνησης Τρικούπη στη Μακεδονία τα αμέσως προηγούμενα χρόνια, ο τελευταίος αναλύει χωρίς εξωραϊσμούς την «εθνολογική» και κοινωνική κατάσταση στην περιοχή, εισηγούμενος μια στρατηγική συστηματικής αγοράς οθωμανικών τσιφλικιών και μετατροπής τους σε «εστίες ελληνικής εθνικής ζωής», με στρατηγικό στόχο τον γλωσσικό εξελληνισμό και -προοπτικά- την εγχάραξη ελληνικής εθνικής συνείδησης στους σλαβόφωνους καλλιεργητές τους. Συνδυάζοντας την εθνική δράση με τα ιδιωτικά του συμφέροντα, ο Ευταξίας φρόντισε, άλλωστε, στο ίδιο διάστημα να μετατραπεί ο ίδιος σε τσιφλικά, αγοράζοντας ένα αγρόκτημα με σλαβόφωνους κολίγους στο Τίκφες.
Ολόκληρο το φυλλάδιό του αναπαράγεται στο βιβλίο ως παράρτημά του, μαζί με δυο παρεμφερείς εισηγήσεις του 1859 (από τον εγκαταστημένο στις Σέρρες γιατρό Ιωάννη Θεοδωρίδη) και του 1909 (από τον πρόξενο Σερρών Αντώνιο Σαχτούρη). Η εμπιστευτική φύση της όλης «πραγματείας» είναι σαφής: ο Ευταξίας ξεκαθαρίζει στους επίλεκτους αναγνώστες του ότι «διά λόγους ευνοήτους εκρίθη επιβλαβής η δημοσίευσις αυτής» και ζητεί να μην «ανακοινώσωσιν αυτήν και εις άλλους, μη δυναμένους να τηρήσωσι το πράγμα εν απορρήτω».
Αποκαλυπτική είναι επίσης η περιγραφή από τον Καράβα της αντιμετώπισης του ντοκουμέντου από την «εθνικά ορθή» ελληνική ιστοριογραφία: είτε πλήρης αποσιώπηση είτε παραπλανητικές αναφορές, υψηλά δείγματα «της τέχνης τού να μιλάς αποσιωπώντας και να αποκαλύπτεις συγκαλύπτοντας» (σ. 42).
Τα… «κτήνη» του Δραγούμη
Χρησιμοποιώντας ως σκελετό το κείμενο του Ευταξία, και διασταυρώνοντάς το με παρόμοιες υπηρεσιακές εκτιμήσεις και εισηγήσεις μισού αιώνα, ο Καράβας φωτίζει εξαιρετικά το κοινωνικό υπόβαθρο της ελληνικής πολιτικής στην οθωμανική Μακεδονία. Από τις πρώτες κινδυνολογικές διαπιστώσεις του 1859 μέχρι τα εποικιστικά σχέδια του Ιωνα Δραγούμη, που το 1903 διαπιστώνει πως «απαιτείται όχι διατήρησις αλλά κατάκτησις της Μακεδονίας» με εγκατάσταση ελληνόγλωσσων γεωργών για ν’ αποτραπεί ο κίνδυνος να μετατραπούν κάποια μέρα σε ιδιοκτήτες τα «κτήνη [τα] λαλούντα την βουλγαρικήν» που καλλιεργούν τη γη της, η εικόνα που προβάλλει απέχει έτη φωτός από το εξωραϊστικό σχήμα της κυρίαρχης ιστοριογραφίας.
Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται ωστόσο στην τεκμηριωμένη αποδόμηση ενός ακόμη εθνικού μύθου. Καταδεικνύει, παράλληλα, την ευρωπαϊκή γενεαλογία αυτής της στρατηγικής: πρότυπο του γερμανοσπουδασμένου Ευταξία δεν ήταν άλλο από την πολιτική, που εφάρμοσε ο Βίσμαρκ για τον εκγερμανισμό των πολωνικών εδαφών της Πρωσίας. Αποκαλύπτει, επίσης, μια ξεχασμένη πρόταση της αγγλικής διπλωματίας προς τον σουλτάνο το 1869, δυο χρόνια μετά την εξέγερση των Φίνιανς, για εποικισμό της Μακεδονίας με «οικονομικά κατεστραμμένους και πολιτικά επικίνδυνους Ιρλανδούς αγρότες». Τελικά, το τελευταίο αυτό σχέδιο έμεινε στα χαρτιά -κι έτσι, το Δουβλίνο δεν αποτέλεσε έναν ακόμη παράγοντα του (ιστορικού αλλά και του σημερινού) Μακεδονικού…

Η ταξική «καρδιά» του Μακεδονικού

Η ελληνική βιβλιογραφία για το Μακεδονικό Ζήτημα στην «κλασική» του φάση, μέχρι δηλαδή τους Βαλκανικούς πολέμους και την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας, χαρακτηρίζεται από μια έντονη ανισομέρεια.
Αυτό που έχει μελετηθεί είναι κυρίως οι διπλωματικές και (με ισχυρή δόση εθνικά ορθής αυτολογοκρισίας) στρατιωτικές παράμετροι του ζητήματος.
Οι κοινωνικές αντιθέσεις της μακεδονικής κοινωνίας πριν από το 1912 και η διαπλοκή τους με την ανάπτυξη των αντιμαχόμενων εθνικών κινημάτων και τις στρατηγικές επιλογές των εθνικών κέντρων, μόνο περιθωριακά έχουν θιγεί -συνήθως με παρεμπίπτουσες, δευτερεύουσες και λακωνικές αναφορές.
Κι όμως, το Μακεδονικό είναι πρακτικά αδύνατο να κατανοηθεί χωρίς τη γνώση του κοινωνικού πεδίου και των αντιθέσεων, πολιτική αντανάκλαση των οποίων υπήρξε η διαμάχη μεταξύ «ελληνοφρόνων» και «σλαβοφρόνων» Μακεδόνων στη διάρκεια μισού και πλέον αιώνα.
Το σοβαρό αυτό κενό έρχεται να καλύψει το βιβλίο του Σπύρου Καράβα, επίκουρου καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου, «Μακάριοι οι κατέχοντες την γην. Γεωκτητικοί σχεδιασμοί προς απαλλοτρίωση συνειδήσεων στη Μακεδονία 1880-1909» (Αθήνα 2010, εκδ. Βιβλιόραμα).
Αντικείμενό του είναι μια ξεχασμένη αν και σημαντικότατη πτυχή αυτής της διαπλοκής του κοινωνικού με το εθνικό: τα σχέδια εξελληνισμού της (οθωμανικής ακόμη) Μακεδονίας διά του «εξελληνισμού» τής εκεί γεωκτησίας. Ως πηγές, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί υλικό από τα αρχεία του ΥΠΕΞ και προσωπικοτήτων της εποχής (Στ. Δραγούμης, Π. Δέλτα κ.ά.), τον Τύπο των ημερών, κυρίως όμως ένα ντοκουμέντο προκλητικά αγνοημένο από την εγχώρια μακεδονολογία: το φυλλάδιο «Το έργον του ελληνισμού εν Μακεδονία», που τύπωσε το 1880 «ως χειρόγραφον» (σε περιορισμένο δηλαδή αριθμό αντιτύπων, για διανομή σε στενό κύκλο οικονομικών παραγόντων και στελεχών του ελληνικού κράτους) ο Αθανάσιος Ευταξίας.
Τρικουπικός και τσιφλικάς
Απεσταλμένος της κυβέρνησης Τρικούπη στη Μακεδονία τα αμέσως προηγούμενα χρόνια, ο τελευταίος αναλύει χωρίς εξωραϊσμούς την «εθνολογική» και κοινωνική κατάσταση στην περιοχή, εισηγούμενος μια στρατηγική συστηματικής αγοράς οθωμανικών τσιφλικιών και μετατροπής τους σε «εστίες ελληνικής εθνικής ζωής», με στρατηγικό στόχο τον γλωσσικό εξελληνισμό και -προοπτικά- την εγχάραξη ελληνικής εθνικής συνείδησης στους σλαβόφωνους καλλιεργητές τους. Συνδυάζοντας την εθνική δράση με τα ιδιωτικά του συμφέροντα, ο Ευταξίας φρόντισε, άλλωστε, στο ίδιο διάστημα να μετατραπεί ο ίδιος σε τσιφλικά, αγοράζοντας ένα αγρόκτημα με σλαβόφωνους κολίγους στο Τίκφες.
Ολόκληρο το φυλλάδιό του αναπαράγεται στο βιβλίο ως παράρτημά του, μαζί με δυο παρεμφερείς εισηγήσεις του 1859 (από τον εγκαταστημένο στις Σέρρες γιατρό Ιωάννη Θεοδωρίδη) και του 1909 (από τον πρόξενο Σερρών Αντώνιο Σαχτούρη). Η εμπιστευτική φύση της όλης «πραγματείας» είναι σαφής: ο Ευταξίας ξεκαθαρίζει στους επίλεκτους αναγνώστες του ότι «διά λόγους ευνοήτους εκρίθη επιβλαβής η δημοσίευσις αυτής» και ζητεί να μην «ανακοινώσωσιν αυτήν και εις άλλους, μη δυναμένους να τηρήσωσι το πράγμα εν απορρήτω».
Αποκαλυπτική είναι επίσης η περιγραφή από τον Καράβα της αντιμετώπισης του ντοκουμέντου από την «εθνικά ορθή» ελληνική ιστοριογραφία: είτε πλήρης αποσιώπηση είτε παραπλανητικές αναφορές, υψηλά δείγματα «της τέχνης τού να μιλάς αποσιωπώντας και να αποκαλύπτεις συγκαλύπτοντας» (σ. 42).
Τα… «κτήνη» του Δραγούμη
Χρησιμοποιώντας ως σκελετό το κείμενο του Ευταξία, και διασταυρώνοντάς το με παρόμοιες υπηρεσιακές εκτιμήσεις και εισηγήσεις μισού αιώνα, ο Καράβας φωτίζει εξαιρετικά το κοινωνικό υπόβαθρο της ελληνικής πολιτικής στην οθωμανική Μακεδονία. Από τις πρώτες κινδυνολογικές διαπιστώσεις του 1859 μέχρι τα εποικιστικά σχέδια του Ιωνα Δραγούμη, που το 1903 διαπιστώνει πως «απαιτείται όχι διατήρησις αλλά κατάκτησις της Μακεδονίας» με εγκατάσταση ελληνόγλωσσων γεωργών για ν’ αποτραπεί ο κίνδυνος να μετατραπούν κάποια μέρα σε ιδιοκτήτες τα «κτήνη [τα] λαλούντα την βουλγαρικήν» που καλλιεργούν τη γη της, η εικόνα που προβάλλει απέχει έτη φωτός από το εξωραϊστικό σχήμα της κυρίαρχης ιστοριογραφίας.
Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται ωστόσο στην τεκμηριωμένη αποδόμηση ενός ακόμη εθνικού μύθου. Καταδεικνύει, παράλληλα, την ευρωπαϊκή γενεαλογία αυτής της στρατηγικής: πρότυπο του γερμανοσπουδασμένου Ευταξία δεν ήταν άλλο από την πολιτική, που εφάρμοσε ο Βίσμαρκ για τον εκγερμανισμό των πολωνικών εδαφών της Πρωσίας. Αποκαλύπτει, επίσης, μια ξεχασμένη πρόταση της αγγλικής διπλωματίας προς τον σουλτάνο το 1869, δυο χρόνια μετά την εξέγερση των Φίνιανς, για εποικισμό της Μακεδονίας με «οικονομικά κατεστραμμένους και πολιτικά επικίνδυνους Ιρλανδούς αγρότες». Τελικά, το τελευταίο αυτό σχέδιο έμεινε στα χαρτιά -κι έτσι, το Δουβλίνο δεν αποτέλεσε έναν ακόμη παράγοντα του (ιστορικού αλλά και του σημερινού) Μακεδονικού…

Ημέρα πένθους για τα "Ελληνικά Γράμματα"


Τραγικά πράγματα…

Το κλείσιμο ενός σπουδαίου εκδοτικού οίκου μας βυθίζει όλους στην άβυσσο. Ακόμη κι εκείνους που δεν έχουν μεγάλη σχέση με το βιβλίο…
100 άνεργοι…
Δεκάδες ορφανοί συγγραφείς…
Εκατοντάδες άδεια ράφια…
Χιλιάδες κενές σελίδες…
Τα χειρότερα έρχονται!

Ημέρα πένθους για τα "Ελληνικά Γράμματα"


Τραγικά πράγματα…

Το κλείσιμο ενός σπουδαίου εκδοτικού οίκου μας βυθίζει όλους στην άβυσσο. Ακόμη κι εκείνους που δεν έχουν μεγάλη σχέση με το βιβλίο…
100 άνεργοι…
Δεκάδες ορφανοί συγγραφείς…
Εκατοντάδες άδεια ράφια…
Χιλιάδες κενές σελίδες…
Τα χειρότερα έρχονται!

Κρυφός Κυνηγός του Γιώργου Μαρκόπουλου

Σύλβια Πλαθ
Με χέρι στιβαρό και γενναία καρδιά
αποκαλύπτει τη φθορά απ’ τις φόδρες της.
Ο λόγος της πουλί μαύρο που χέρι απρόβλεπτο
ψάχνοντας για κάτι άλλο το ξεβόλεψε απ’ τη φωλιά του•
αψύς και θερμός λόγος, νήπιο κλάμα μωρού
και πρώτο δόντι βγαλμένο παιδιού
σε πετσέτα λευκή βαπτίσεως, κόκκινο, ματωμένο.
Φωνή λέαινας αλλά και παράπονο γυναίκας
που ξεντύνεται στο άλλο δωμάτιο
ύστερα από ματαίωση πολυπόθητης εξόδου.
Ήχοι βημάτων ακαθόριστων, επισκέψεων θανάτου.
Μουσική κλαγγή ξύλου, ομιλίες σιωπών, χάσματα κενών
και μπαρούτη λαχανιασμένη σε κοιλώματα βροχής.
Προαίσθημα φόβου ακόμη και φθινόπωρο, θάλασσα,
εξοχή, δάκρυα, παρελθόν, ενάργεια, μοναξιά
και στο βάθος της λίμνης
το δαχτυλίδι της μνήμης να λάμπει.

O Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951 και από το 1965 ζει στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά.
Έχει κυκλοφορήσει επτά ποιητικές συλλογές, μία με πεζά, δύο τόμους με κείμενά του για το έργο άλλων ποιητών, δυο μονογραφίες (για το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση και για το έργο του Τάσου Λειβαδίτη), ενώ έχει επιμεληθεί βιβλία γύρω από την ποίηση.
Το 1966 του απονεμήθηκε το «Βραβείο Καβάφη» στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και το 1999 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι (Κέδρος, 1998), ενώ σε μετάφραση Michael Volkovitch εκδόθηκε στα γαλλικά μια επιλογή από όλες τις ποιητικές συλλογές του με τον γενικό τίτλο Ne recouvre pas la rivière (Desmos / «Cahiers grecs» – Paris 2000).