Αρχείο

Posts Tagged ‘Καλοκαίρι’

Και Πλαταμώνας

Ιουλίου 23, 2011 Σχολιάστε

Advertisements
Κατηγορίες:Χωρίς κατηγορία Ετικέτες: ,

Και Πλαταμώνας

Ιουλίου 23, 2011 Σχολιάστε

Κατηγορίες:Χωρίς κατηγορία Ετικέτες: ,

Μια φωτογραφία με Θάλασσα – Μια εκδρομή με Anemos

Ιουλίου 20, 2011 Σχολιάστε
Κατηγορίες:Χωρίς κατηγορία Ετικέτες: , ,

Μια φωτογραφία με Θάλασσα – Μια εκδρομή με Anemos

Ιουλίου 20, 2011 Σχολιάστε
Κατηγορίες:Χωρίς κατηγορία Ετικέτες: , ,

Αγρύπνια

Νοέμβριος 13, 2010 Σχολιάστε
Κατηγορίες:Χωρίς κατηγορία Ετικέτες:

Αγρύπνια

Νοέμβριος 13, 2010 Σχολιάστε
Κατηγορίες:Χωρίς κατηγορία Ετικέτες:

Ναι! Δεν θα πεθάνουμε ποτέ, φίλε Τάκη!

Σεπτεμβρίου 29, 2010 Σχολιάστε

Το συριανό μπαλκόνι μοιάζει να είναι έτη φωτός από την κρίση, τις περικοπές μισθών, τα χρέη και τα νέα μέτρα. Το μπουκάλι με το παγωμένο κρασί, η αχινοσαλάτα και το φεγγάρι είναι σίγουρα πιο κοντά μας από οτι το μνημόνιο. «Μαλώνουμε» για τον αν η Αλίκη Βουγιουκλάκη ήταν καλή ηθοποιός και αν η Μελίνα είχε ωραία φωνή και «κυνηγάμε» να καρφώσουμε με το πηρούνι το τελευταίο ντοματάκι στη σαλατιέρα. Ο Χειμώνας εξακολουθεί να βρίσκεται κάπου πέρα από τον ισημερινό. Μαζί με τα άγχη και τις μιζέριες μας. Από τα ηχεία ακούγεται, διακριτικά, μουσική από τη Σενεγάλη. Τα σκυλιά μας, η Τζίλντα και η Μπιάνκα, ξαπλώνουν στην πεζούλα έχοντας το νου τους μήπως και εμφανισθεί κανένα σαυράκι στον τοίχο, δίπλα στη βουκαμβίλια. Γεμίζουμε πάλι τα ποτήρια. Στην υγειά μας. «Που θα είμαστε, άραγε, του χρόνου;». Η αυθόρμητη ερώτηση της Αναστασίας «παγώνει» το φιλμ «Καλοκαίρι 2010». Ενα σφίξιμο στην καρδιά. Μέχρι και το κουνούπι που τριγύριζε το δεξί μου αφτί, έπαψε να πετάει ή έπαψα να το ακούω. Ναι. Ηταν η λάθος ερώτηση, τη λάθος στιγμή. Οχι γιατί μας άφησε αποσβολωμένους για μερικά δευτερόλεπτα αλλά περισσότερο γαι τις κουβέντες που ξεκίνησε ο καθένας με τον διπλανό του, αμέσως μετά. «Πως τα πάτε εσείς; Ακουσα οτι έχετε προβλήματα στην εφημερίδα». «Ετσι και δεν γίνει ρύθμιση γαι τα χρέη στο ΤΕΒΕ, εμείς την κλείνουμε τη σχολή». «Εχω στα χέρια μου δώδεκα χιλιάρικα σε επιταγές και δεν ξέρω τι να τις κάνω». «Τα φροντιστήρια των παιδιών δεν βγαίνουν με τίποτα φέτος». Η κρίση, οι περικοπές, τα χρέη, τα μέτρα, το μνημόνιο, ήλθαν και στρογγυλοκάθησαν ανάμεσά μας. Το φεγγάρι απομακρύνθηκε. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη πήρε το ψάθινο καπέλο της και ανέβηκε στην ταράτσα. Τα σκυλιά την ακολούθησαν κουνώντας την ουρά τους. Ο Χειμώνας έριξε, κακιασμένα, μια ηχηρή σφαλιάρα στην καλοκαιριάτικη νύχτα.
Μόνο ο Τάκης συνέχισε να πίνει αμέριμνος το κρασί του και να γεύεται άλλο ένα κομμάτι μυκονιάτικης λούζας. Στην πρώτη μας συνάντηση τον άκουγα να μιλάει με κάποιους φίλους για νοσοκομεία, ασθενείς και αρρώστιες. «Είσαι γιατρός;» τον είχα ρωτήσει. «Οχι είμαι από αυτούς που αναλαμβάνουν μετά τον γιατρό» μου είχε πει χαμογελώντας. Και διακρίνοντας το μάλλον απορρημένο βλέμμα μου είχε σπεύσει να προσθέσει: «έχω γραφείο τελετών». Μισός Συριανός και μισός Πορτορικάνος. Εζησε πολλά χρόνια στη Νέα Υορκη. Γύρισε πριν καμιά δεκαετία για πάντα στο νησί. Ενας ευπατρίδης που όμως πέρασε μέσα από την άγρια ζωντάνια των γκέτο. Βίος και πολιτεία, ο Τάκης. Ή μάλλον «αποβίωση και πολιτεία» για να κάνουμε το μαύρο χιούμορ στο οποίο είναι Ο έξπερτ. «Εσένα προφανώς δεν σε απασχολεί η κρίση» σχολίασα την τροπή που είχε πάρει η κουβέντα στο συριανό μπαλκόνι. «Φυσικά και με απασχολεί αλλά δεν θα κάτσω να σκάσω κιόλας». Μου εξήγησε με λίγα λόγια πως και το δικό του επάγγελμα έχει επηρρεαστεί, όχι φυσικά από πλευράς μείωσης της …πελατείας («αυτό είναι το μόνο που δεν μπορούμε να κόψουμε!») αλλά από πλευράς τιμών («που οι καρυδιές και τα μαόνια, μόνο σε κόντρα πλακέ δεν μας έχουν ζητήσει το φέρετρο!») και τρόπου πληρωμής («κάνουμε και κηδείες με δώδεκα άτοκες δόσεις!»). Τσουγκρίσαμε, γελώντας, τα ποτήρια μας ενώ οι άλλοι εξακολουθούσαν να βυθίζονται στις προβλέψεις για τον χειμώνα που έρχεται. Σηκωθήκαμε και αλλάξαμε τη μουσική και συνεχίσαμε να λέμε αστεία του είδους: «Και με παίρνει που λες τις προάλλες η Κατερίνα και μου λέει, Τάκη, κάνε κάτι, μου χάλασε ο εκτυπωτής. Τι να σου κάνω, μάνα μου, εγώ μόνο να το θάψω μπορώ!». Τα γέλια έγιναν μεταδοτικά. Η παρέα έκοψε τις συζητήσεις για τα δάνεια και τα χρέη και τις αναδουλειές. Ανοίξαμε άλλα δύο μπουκάλια κρασί. Η Τζίλντα έφερε ένα σαυράκι στην πεζούλα. Μαζευτήκαμε πιο κοντά. Το μπαλκόνι πλησίασε και πάλι τη Σελήνη. Μύρισε θυμάρι, σιτρονέλα και καρύδα. «Και για να κλείσω όλες τις πολιτικοοικονομικές σας απορίες» είπε ο Τάκης «ό,τι δεν διορθώνεται καλύτερα να πηγαίνει καλλιά του!». «Τη δική μου απορία δεν την έλυσες» πετάχτηκε πάλι η Αναστασία: «Που θα είμαστε, άραγε, του χρόνου;».
«Θα είμαστε ή εδώ πάνω ή εκεί κάτω» απάντησε χτυπώντας το πόδι του στη γη. «Σημασία όμως έχει, όσο θα είμαστε εδώ επάνω, να ζούμε τη ζωή μας με κέφι και να μην πεθαίνουμε από μιζέρια». Εκείνη την ώρα ακουγόταν η λατρεμένα «κακόφωνη» Μελίνα: «Αν με πίστευες λιγάκι, θα ‘σαν όλα αληθινά…».
Εγώ πιστεύω τον Τάκη και το θανατερό κέφι του για τη ζωή. Και του χρόνου, να είστε σίγουροι, θα είμαστε πάλι εδώ, στα μεγάλα μπαλκόνια του Αιγαίου! Στις γειτονιές του φεγγαριού!

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Parallaxi Σεπτεμβρίου)
Κατηγορίες:Χωρίς κατηγορία Ετικέτες: , ,